Η κρίση ρευστότητας της Τουρκίας και πώς επηρεάζει την ελληνική οικονομία – Αναλύει ο οικονομολόγος Κώστας Μελάς

0
0

Το βασικό και άμεσο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τουρκική οικονομία είναι η έλλειψη συναλλάγματος ικανού να αναχρηματοδοτήσει κυρίως το βραχυχρόνιο εξωτερικό χρέος. Μπορούμε να πούμε δηλαδή ότι η τουρκική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με οξεία κρίση ρευστότητας συναλλάγματος. Ο μεγάλος κίνδυνος που διατρέχει η τουρκική οικονομία είναι η μετατροπή της κρίσης ρευστότητας σε κρίση φερεγγυότητας με πλήρη αποκοπή της από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Πώς επηρεάζει αυτό όμως την ελληνική οικονομία; Τίθεται θέμα δανεισμού της Τουρκίας από το ΔΝΤ; Απαντά και αναλύει ο Κώστας Μελάς, οικονομολόγος, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Σύμφωνα με τον οικονομολόγο Κώστα Μελά, το βασικό και άμεσο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τουρκική οικονομία είναι η έλλειψη συναλλάγματος ικανού να αναχρηματοδοτήσει κυρίως το βραχυχρόνιο εξωτερικό χρέος. Με απλά λόγια, η τουρκική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με οξεία κρίση ρευστότητας συναλλάγματος. Ο μεγάλος κίνδυνος που διατρέχει η τουρκική οικονομία είναι η μετατροπή της κρίσης ρευστότητας σε κρίση φερεγγυότητας με πλήρη αποκοπή της από τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Ας δούμε πώς έχει διαμορφωθεί η κατάσταση: Τον Ιούνιο 2020, το συνολικό ύψος του ανέρχεται σε 171,371 δις δολάρια (αυξημένο κατά 3 δις δολάρια από το Μάρτιο) εκ των οποίων 111,9 δις δολάρια είναι το ιδιωτικό χρέος, 39,8 δις δολάρια το δημόσιο και 19,6 δις δολάρια της ΚΤ. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει συνολικό χρέος 79,1 δις (δημόσιος 32,8 και ιδιωτικός 46,2 δις δολάρια) περίπου το 50,0% του συνολικού. Οι λοιπές επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα έχουν εξωτερικό βραχυχρόνιο χρέος ύψους 66,9 δις δολάρια. Σε σχέση με τα στοιχεία του Μαρτίου 2020 παρουσιάζεται μείωση του ιδιωτικού χρέους και αντίστοιχη αύξηση του χρέους της ΚΤ. Αυτό προφανώς οφείλεται στο δανεισμό της ΚΤ από τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα προκειμένου να στηρίξει την ισοτιμία του τουρκικού νομίσματος.
– Πού οφείλεται αυτή η κατάσταση;
Οφείλεται στη συνεχή ελλειμματικότητα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της τουρκικής οικονομίας καθ’ όλη την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από το κόμμα Δημοκρατίας και Ανάπτυξης. Τα ελλείμματα χρηματοδοτούνταν από εισροές ξένων πόρων οι οποίοι την τελευταία τριετία έχουν μειωθεί δραματικά με αποτέλεσμα να υπάρχει όλο και μεγαλύτερη στενότητα συναλλάγματος για να αναχρηματοδοτηθούν οι υφιστάμενες υποχρεώσεις (μακροχρόνιες και βραχυχρόνιες). Οι δύο βασικές αιτίες αυτής της κατάστασης: τα γεωπολιτικά παιχνίδια και την ασκούμενη οικονομική πολιτική του προέδρου Ερντογάν. Η «απομάκρυνση» του Ερντογάν από τις πολιτικές αρχές της Δύσης, η εγκατάλειψη κάθε σκέψης ένταξης στην ΕΕ με την παράλληλη ανάδειξη από τμήμα του πολιτικού κατεστημένου της ασιατικής προοπτικής της χώρας, οι απειλές που εκστομίζει ο Ερντογάν σε όποιον διαφωνεί με τις απόψεις του, η στρατηγική προσέγγιση του με τη Ρωσία και το Ιράν, η εμπλοκή σε πολεμικές διαμάχες με στόχο την κατάκτηση εδαφών (Συρία) ή σε αποικιοποίηση χωρών (Λιβύη) και γενικότερα η ανάμειξή του σε όλο το φάσμα των προβλημάτων που αφορούν στον αραβικό κόσμο έχουν προκαλέσει ανησυχία και αβεβαιότητα στους επενδυτές με αποτέλεσμα να αποσύρουν τα κεφάλαιά τους από την χώρα. Συγχρόνως η ασκούμενη οικονομική πολιτική, δείχνει να είναι στον αντίποδα αυτής που θα έπρεπε να ασκείται στο συγκεκριμένο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που εξακολουθεί να λειτουργεί η τουρκική οικονομία. Η άσκηση αυτού του είδους της οικονομικής πολιτικής συνέβαλε παράλληλα και περισσότερο στην απόσυρση ξένων κεφαλαίων από την χώρα. Το παράδοξο είναι ότι ο Ερντογάν, έως και το 2015-16 ήταν «ο καλύτερος μαθητής» του κυρίαρχου παγκοσμιοποιημένου υποδείγματος, εφαρμόζοντας σχεδόν κατά γράμμα τις αποφάνσεις του.
Δεν θα αναφερθούμε στις γεωπολιτικές «απαιτήσεις» της κυβέρνησης Ερντογάν, οι οποίες σαφέστατα επιβαρύνουν το οικονομικό κλίμα. Θα περιοριστούμε στην οικονομική πολιτική. Τα βραχυχρόνια μακροοικονομικά μέτρα που υπάρχουν στη φαρέτρα κάθε κυβέρνησης σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πρωταρχικά νομισματικής φύσης και συνίστανται πρωταρχικά στην άνοδο των επιτοκίων έτσι ώστε να στηριχθεί η ισοτιμία του νομίσματος μέσω της εισροής ξένων κεφαλαίων κάτι που θα βοηθήσει και στην αναχρηματοδότηση του βραχυχρόνιου εξωτερικού χρέους. Με τον τρόπο αυτό θα αυξηθεί η εξωτερική συνιστώσα της προσφοράς χρήματος ως % της συνολικής προσφοράς χρήματος μέσω της υποκατάστασης μέρους της εγχώριας προσφοράς παρέχοντας μεγαλύτερη αξιοπιστία στην πρόθεση της Κεντρικής Τράπεζας να στηρίξει την ισοτιμία του νομίσματος σε επίπεδο ευνοϊκό για την γενικότερη εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας. Η σταθεροποίηση του νομίσματος αποτελεί βασικό παράγοντα για χώρες του επιπέδου ανάπτυξης όπως η Τουρκία δεδομένου ότι η εισροή κεφαλαίων αποτελεί το βασικό παράγοντα που επιτρέπει να συνεχίζει τη μεγέθυνση της οικονομίας της με τρόπο αποδεκτό από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Όμως η κυβέρνηση του Ερντογάν αποφάσισε να συνεχίσει την πολιτική που ακολουθούσε όταν οι συνθήκες (διεθνείς και εγχώριες) το επέτρεπαν. Με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στις δύσκολες καταστάσεις που αντιμετωπίζει σήμερα.
– Έχει λογική αυτή η πολιτική;
Ο Ερντογάν πιστεύει απλά ότι ο μόνος τρόπος να γίνει υπέρβαση των δυσκολιών είναι η συνεχής μεγέθυνση του ΑΕΠ, έστω και αν αυτό επιφέρει πρόσκαιρες δυσκολίες στην συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος και όχι μόνο. Φαίνεται ότι η μεγέθυνση του εγχώριου (πραγματικού) τομέα ήταν πάντοτε το πρώτο μέλημα και ο παράγοντας που εξασφάλιζε σε βάθος χρόνου την επίλυση των προβλημάτων που γεννιούνται στο νομισματικό τομέα της οικονομίας. Η μεγέθυνση του ΑΕΠ θεωρητικά αποτελεί κριτήριο για την εισροή κεφαλαίων, δεδομένου ότι σε οικονομία με υψηλό και αυξανόμενο εισόδημα ασκεί θετικό κίνητρο για άμεσες και άλλου είδους επενδύσεις από το εξωτερικό. Θεωρεί δηλαδή ότι κλείνοντας τα μάτια στα υπαρκτά προβλήματα (συσσώρευση εξωτερικού χρέους, υποτίμηση του νομίσματος, αδυναμία ή δυσκολία αναχρηματοδότησης του χρέους) η μεγέθυνση του ΑΕΠ θα τα «καλύψει» και θα επανέλθει η περίοδος της πρώτης δεκαετίας της διακυβέρνησης του κόμματος Δημοκρατίας και Ανάπτυξης. Η συγκεκριμένη επιλογή θέτει την πορεία της τουρκικής οικονομίας στην κόψη του ξυραφιού.
Κατ’ αρχάς δεν αντιμετωπίζει, ως οργανικό ζήτημα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής το πρόβλημα του βραχυχρόνιου εξωτερικού χρέους όπως κάθε συνετή κυβέρνηση θα έκανε. Η αδυναμία μόνιμης πηγής αναχρηματοδότησης δημιουργεί αρνητικές προσδοκίες για την εξέλιξη της τιμής του νομίσματος σπρώχνοντας συνεχώς προς τα πάνω την ισοτιμία του ως προς τα αποθεματικά νομίσματα. Η διολίσθηση του νομίσματος προκαλεί επιδράσεις ανατροφοδότησης σε εγχώριες μεταβλητές. Συγκεκριμένα, θέτει σε κίνηση μια πληθωριστική διαδικασία μέσω διαφόρων καναλιών. Οι πληθωριστικές αυτές πιέσεις τείνουν να μειώσουν ή να ακυρώσουν την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων που προκλήθηκε από την υποτίμηση με σκοπό την εξισορρόπηση του ισοζυγίου πληρωμών. Δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος… Οι παραπάνω ανατροφοδοτήσεις επιδρούν δυσμενώς στην πραγματική οικονομία η οποία προφανώς δεν δύναται να κινηθεί αυτόνομα από τις αντίστοιχες νομισματικές εξελίξεις. Αργά η γρήγορα οι επιδράσεις αυτές θα συσσωρευθούν σε τέτοιον βαθμό που πάλι θα υπάρξει περίοδος κρίσης, δεδομένου της υφιστάμενης «ανισορροπίας», και πάλι τότε θα πρέπει να υπάρξει κάποιο είδος προσαρμογής. Υπ’ αυτήν την έννοια η τουρκική οικονομία βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού και όχι ότι είναι στα πρόθυρα της.
– Πώς αντιμετωπίζει η Τουρκία τα δύο βασικά συνδεόμενα προβλήματα, την υποτίμηση του νομίσματος και την αναχρηματοδότηση του εξωτερικού βραχυχρονίου χρέους;
Για τη συγκράτηση της ισοτιμίας του νομίσματος χρησιμοποιεί τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας. Τα αποτελέσματα είναι αρνητικά. Το τουρκικό νόμισμα από τις αρχές του έτους έχει χάσει πάνω από το 20% της αξίας της έναντι του δολαρίου και πάνω από 33% έναντι του ευρώ. Παράλληλα, μειώνονται και τα συναλλαγματικά αποθέματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΤ τα συναλλαγματικά αποθέματα τον Ιούλιο 2020 αποκτιούνται σε 90,1 δις δολάρια εκ των οποίων τα 45,1 δις δολάρια ΗΠΑ είναι τα αποθέματα σε ξένα νομίσματα και 43,6 δις δολάρια σε χρυσό. Αν από τα συναλλαγματικά αποθέματα αφαιρεθούν οι υποχρεώσεις που λήγουν εντός ενός έτους (collateral και άλλου είδους εγγυήσεις για δάνεια) ύψους 34,1 δις δολάρια τότε τα καθαρά συναλλαγματικά αποθέματα σε ξένο νόμισμα είναι 11,0 δις δολάρια. Η μείωση των συναλλαγματικών διαθεσίμων αρχίζει ουσιαστικά από τα μέσα του 2015.
Αντίστοιχα, η λύση που επιδιώκεται να βρεθεί για την αναχρηματοδότηση του βραχυχρόνιου εξωτερικού χρέους αφορά σε εναλλακτικούς τρόπους δανεισμού μέσω κυρίως μέτρων που μπορεί βραχυχρόνια να αποδίδουν αλλά αποτελούν μόνο πρόσκαιρη λύση. Τα μέτρα αυτά ως γνωστόν είναι τα ακόλουθα: δάνεια από φιλικές χώρες ,πράξεις ανταλλαγής νομισμάτων επίσης με φιλικές χώρες, δάνεια σε συνάλλαγμα της ΚΤ από τις ιδιωτικές τουρκικές τράπεζες, αγορά όλης της παραγωγής χρυσού της χώρας, υποθήκευση μελλοντικών στοιχείων του ενεργητικού (κυρίως υποδομές) του τουρκικού κράτους, αλλά και στοιχείων του ενεργητικού κρατικών και ιδιωτικών επιχειρήσεων σε ξένα κράτη (Κατάρ, Κίνα κτλ). Η έμμεση και άμεση πώληση των στοιχείων ενεργητικού του τουρκικού κράτους είναι σχεδόν βέβαιον ότι δεν αποτελεί μακροχρόνια λύση.
Επομένως μπορεί να συναχθεί το ακόλουθο συμπέρασμα: το ακολουθούμενο μείγμα οικονομικής πολιτικής από την τουρκική κυβέρνηση συνάδει με τη γενικότερη γεωστρατηγική προσπάθεια του Ερντογάν να καταστήσει την Τουρκία περιφερειακή δύναμη. Όπως καταβάλλει προσπάθειες αυτονόμησης στη γεωπολιτική σκακιέρα από τις μεγάλες δυνάμεις με στόχο να καταστήσει την Τουρκία ισότιμο συνομιλητή μαζί τους, έτσι επιχειρεί και στην οικονομική πολιτική να απεγκλωβιστεί από τους περιορισμούς που επιβάλλονται από το διεθνές περιβάλλον στο οποίο ως γνωστόν κυριαρχούν οι μεγάλες δυτικές οικονομίες. Πρόκειται για ένα μετέωρο βήμα που οι πιθανότητες να πέσει στο κενό είναι πολύ μεγάλες.
– Σε τι βαθμό επηρεάζει η οικονομική κατάσταση της Τουρκίας την ελληνική οικονομία;
Οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών ανέρχονται σε 4 δις δολάρια (εισαγωγές και εξαγωγές). Δεν είναι πολλές ως προς το μέγεθος. Όμως, καμία χώρα δεν έχει συμφέρον από τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα μιας γειτονικής χώρας. Η σκληρή ισχύς θα εξακολουθήσει να υπάρχει στην Τουρκία ακόμη και αν μεγαλώσουν τα οικονομικά της προβλήματα.
– Υπάρχει θέμα δανεισμού της Τουρκίας από το ΔΝΤ;
Έχω τη γνώμη ότι ο Ταγίπ Ερντογάν θα είναι ο τελευταίος πρόεδρος χώρας που θα σκεφτεί να προσφύγει στο ΔΝΤ. Είναι γνωστά δύο θέματα: πρώτον, ο Ταγίπ Ερντογάν καυχάται ότι έδιωξε το ΔΝΤ από την χώρα το 2008. Βεβαίως πρόκειται περί ψεύδους διότι εκείνη την χρονιά τελείωσε το πρόγραμμα του ΔΝΤ που είχε αρχίσει από την κρίση του 2001. Δεύτερον: οι πολιτικές που ασκεί ο Ταγίπ Ερντογάν στην οικονομία βρίσκονται στον αντίποδα του υποδείγματος που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ, από το 2012 και μετά, σε αντίθεση με την πρώτη περίοδο όταν ακολούθησε κατά γράμμα τις υποδείξεις του υποδείγματος.
– Η κατάσταση στην οικονομία της Τουρκίας μπορεί να επηρεάσει το αξιόμαχο του στρατού της;
Η Τουρκία ακολούθησε με επιμέλεια την μετατροπή της οικονομικής της μεγέθυνσης σε υλικούς παράγοντες σκληρής ισχύος. Το δείχνουν δύο στοιχεία: το πρώτο, η ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής τεχνολογίας και βιομηχανίας τα τελευταία περίπου 20 χρόνια, η οποία τελικά φαίνεται ότι έχει αποδώσει καρπούς, όχι βέβαια όπως τους παρουσιάζει το τουρκικό κατεστημένο, αλλά σε ικανοποιητικό επίπεδο ώστε ενδυναμώνει την ισχύ των ενόπλων δυνάμεών της αλλά παράλληλα και να προκαλεί πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην οικονομία της. Δεν πρέπει να θεωρούμε ότι η Τουρκία έχει αποκτήσει αυτονομία στην παραγωγή οπλικών συστημάτων, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας είναι εισαγόμενη (η προστιθέμενη αξία δεν πρέπει να υπερβαίνει το 40,0%) και επίσης εισαγόμενες είναι οι απαιτούμενες πρώτες ύλες, τα ημικατεργασμένα, και σειρά από προϊόντα απαραίτητα για τη δημιουργία των τελικών προϊόντων. Το δεύτερο, η συνεχής αύξηση των αμυντικών δαπανών και ιδιαίτερα την περίοδο μετά την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016. Όμως έχει δημιουργηθεί η αντίληψη στον Ερντογάν ότι οι παράγοντες ισχύος (υλικοί και άυλοι) θα επιτρέψουν τον καθορισμό των κανόνων του παιχνιδιού και της οικονομίας, εκτός των άλλων πεδίων, κατά τρόπο επωφελή στην Τουρκία. Θεωρεί δηλαδή ότι με τον τρόπο αυτόν η Τουρκία θα επωφεληθεί δεδομένου ότι αυξάνονται οι δυνατότητες απομύζησης του παραγόμενου περιφερειακού πλεονάσματος. Μόνο με τον τρόπο αυτόν υπάρχει η δυνατότητα να επανατροφοδοτηθεί η οικονομική διαδικασία παραγωγής παραγόντων ισχύος, η οποία με στενά οικονομικά κριτήρια χαρακτηρίζεται ως μη αναπαραγωγική per se, και συνεπώς έχει κόστος που, από κάποιο σημείο και μετά, αρχίζει να προσθέτει δημοσιονομικό βάρος στην οικονομία με αποτέλεσμα τη φθίνουσα μελλοντική της πορεία. Σήμερα, η Τουρκία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο λόγω της κατάστασης που βρίσκεται η οικονομία της. Θεωρώ ότι ο Ερντογάν θα συνεχίσει την προσπάθεια να αποκομίσει και οικονομικά οφέλη από την πρόταξη της σκληρής ισχύος με αβέβαια, όμως, αποτελέσματα.
– Τι ρόλο μπορεί να παίζει στις ελληνοτουρκικές εξελίξεις η οικονομική έκθεση ευρωπαϊκών χωρών στην Τουρκία;
Οι ευρωπαϊκές χώρες εξάγουν το 53% ή 110 δις δολάρια των συνολικών εισαγωγών της Τουρκίας ( 207,5 δις δολάρια) και εισάγουν το 59,0% ή 95,7 δις δολάρια των συνολικών εξαγωγών της (162,0 δις δολάρια). Στοιχεία του 2018. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΤ της Τουρκίας οι συνολικές (αποθέματα) ΑΞΕ στην χώρα ανέρχονται σε 140 δις δολάρια. Εξ αυτών οι Ευρωπαϊκές χώρες κατέχουν το 80,0% , το 9,0% οι ΗΠΑ, το 7,0% οι χώρες του κόλπου και 5,0% η Ρωσία. Οι επενδύσεις από τις χώρες του κόλπου είναι συγκεντρωμένες κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα και ειδικά στον Ισλαμικό Τραπεζικό Τομέα (Albaraka Turk, Kuveyt Turk και Turkiye Finans είναι μερικές από τις αντιπροσωπευτικές ισλαμικές τράπεζες). Το ίδιο παρατηρείται και στις επενδύσεις χαρτοφυλακίου που κατευθύνονται στον τραπεζικό τομέα. Επομένως, υπάρχει βαθιά αλληλεξάρτηση των ευρωπαϊκών οικονομιών με την τουρκική οικονομία. Τα οικονομικά συμφέροντα είναι μεγάλα. Το ζήτημα είναι ότι ο Ερντογάν επιζητεί να τον αποδεχθούν ως ισότιμο συζητητή (περιφερειακό ηγέτη) και κάνει ό,τι μπορεί να το επιτύχει, αδιαφορώντας για το κόστος που αυτό συνεπάγεται. Δεν θεωρώ ότι οι Ευρωπαίοι μπορούν να ισχυριστούν το ίδιο.

**Ο Κώστας Μελάς είναι οικονομολόγος, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο www.ert.gr
Source: OIKONOMIA